Δάμεια

Δάμεια, τά, festival at Tarentum, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Δάμεια — neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παγιδάμεια — παγιδάμεια, ἡ (Α) (πιθ. γρφ.) αυτή που καταστρέφει τα δίχτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < παγίς + δάμεια (< δάμνημι), θηλ. αμάρτυρου επιθ. *παγιδάμειος (πρβλ. ιππο δάμεια)] …   Dictionary of Greek

  • πασιδάμεια — ἡ, Α (για τη θεά Σελήνη) η βασίλισσα όλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < δοτ. πληθ. πᾶσι τού πᾶς + δάμεια (< δάμος < δάμνημι «δαμάζω»), πρβλ. ιππο δάμεια] …   Dictionary of Greek

  • Damia (Mythologie) — Pour les articles homonymes, voir Damia. Dans la mythologie grecque, Damia (en grec ancien Δαμία / Damía) est une divinité de la fertilité associée à Auxesia, vénérée principalement à Trézène, Épidaure, Égine, Théra et Sparte. Elle est assimilée… …   Wikipédia en Français

  • Damia (Mythologie grecque) — Damia (mythologie) Pour les articles homonymes, voir Damia. Dans la mythologie grecque, Damia (en grec ancien Δαμία / Damía) est une divinité de la fertilité associée à Auxesia, vénérée principalement à Trézène, Épidaure, Égine, Théra et Sparte.… …   Wikipédia en Français

  • Damia (mythologie) — Pour les articles homonymes, voir Damia. Dans la mythologie grecque, Damia (en grec ancien Δαμία / Damía) est une divinité de la fertilité associée à Auxesia, vénérée principalement à Trézène, Épidaure, Égine, Théra et Sparte. Elle est assimilée… …   Wikipédia en Français

  • ιπποδάμειος — α, ο(ον) (ΑΜ ἱπποδάμειος, α και ος, ον) νεοελλ. το θηλ. ως ουσ. ζωολ. ιπποδάμεια γένος κολεόπτερων εντόμων τής οικογένειας κοκκινελίδες μσν. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἱπποδάμειος ο ιππέας αρχ. 1. η αγορά τού Πειραιά, η οποία κατασκευάστηκε από τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.